Ακούστε τη φωνή της Μαριούπολης. Όλγα.

Share this...
Facebook
Twitter

“Ακούστε τη φωνή της Μαριούπολης” είναι μια σειρά από ιστορίες ανθρώπων που κατάφεραν να απομακρυνθούν από την πολιορκημένη πόλη της Μαριούπολης.Συνεχίζουμε τη σειρά μιλώντας με την Όλια, η οποία ήταν μάρτυρας των αεροπορικών επιδρομών στο μαιευτήριο στις 9 Μαρτίου.

Η Όλια γεννήθηκε στην περιοχή του Ντονέτσκ, στην πόλη Ντρουζκίβκα. Μετακόμισε στη Μαριούπολη όταν ήταν δέκα ετών. Όταν τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Μαριούπολη, η Όλια ήταν εννέα μηνών έγκυος. Η κοπέλα πέρασε τέσσερις ημέρες στο υπόγειο πριν τολμήσει να φύγει για το μαιευτήριο την παραμονή του τοκετού. Την επόμενη μέρα, όταν γεννήθηκε η νεογέννητη κόρη της Όλιας, οι εισβολείς έριξαν βόμβες στο μαιευτήριο, όπου βρίσκονταν δεκάδες γυναίκες που γεννούσαν και έγκυες, εξηγώντας το γεγονός ότι το νοσοκομείο υποτίθεται είχε καταληφθεί από το τάγμα «Αζόφ» και άλλους ριζοσπάστες. Αυτή η αεροπορική επιδρομή είχε ως αποτέλεσμα τρεις θανάτους, συμπεριλαμβανομένου ενός παιδιού, και 17 τραυματισμούς. Η Όλια και η κόρη της κατάφεραν να διαφύγουν.

— Πιστεύαμε μέχρι την τελευταία στιγμή ότι δεν θα γίνει επίθεση εναντίον της Ουκρανίας. Νομίζαμε ότι ήταν όλα ψεύτικα. Επειδή αυτή δεν είναι μια φυσιολογική κατάσταση και δεν θα έπρεπε να συμβαίνει στην Ουκρανία. Όταν ξεκίνησαν όλα, ελπίζαμε ότι σε τρεις ή τέσσερις ημέρες τα πράγματα θα ηρεμήσουν. Η ημερομηνία γέννησης είχε οριστεί, έπρεπε να γεννήσω μέρα με τη μέρα. Για αυτό δεν μπορούσα να φύγω, οι συσπάσεις θα μπορούσαν να ξεκινήσουν στο δρόμο.

Πήγα στο μαιευτήριο την πρώτη Μαρτίου. Ο πατέρας μου με έστειλε επειδή καθόμουν στο υπόγειο επί τέσσερις ημέρες συνεχόμενα και φοβόμουν να βγω έξω. Οι βομβαρδισμοί συνεχίστηκαν. Ο πατέρας μου είπε: “Θεός φυλάξου να μην αρχίσουν οι συσπάσεις στο υπόγειο, δεν θα μπορέσουμε να σε πάμε στο νοσοκομείο”, επειδή εκείνη την εποχή υπήρχαν ήδη διαταραχές στις μεταφορές στην πόλη.

Στις 7 Μαρτίου άρχισα να έχω συσπάσεις αλλά δεν συνέβαινε τίποτα. Την επόμενη ημέρα ζήτησα να κάνω καισαρική τομή. Eκείνη την ημέρα μόνο οι εφημερεύων γιατροί ήταν εκεί. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν σε περιοχές που είχαν πληγεί από τους βομβαρδισμούς περισσότερα. Ο επικεφαλής του νοσοκομείου εργαζόταν συνεχώς: κατά τη διάρκεια της ημέρας και της νύχτας έκανε χειρουργικές επεμβάσεις και παρέδινε μωρά. Δεν κοιμόταν σχεδόν καθόλου. Το πρωί στις 9 Μαρτίου μεταφέρθηκα σε γενικό θάλαμο για να αναρρώσω από την επέμβαση. Το κρεβάτι μου ήταν δίπλα στο παράθυρο. Πρέπει να είχα ένα προαίσθημα: άρχισα να ζητάω από τις νοσοκόμες να με μεταφέρουν στο διάδρομο, όπου δεν υπήρχαν παράθυρα. Αλλά απλά με κορόιδευαν: “Ηρεμήστε παρακαλώ, γιατί αρχίζετε, δεν είναι ασφαλές πουθενά, απλά ξαπλώστε εκεί”.

Είχα ένα «κουκούλι» για το μωρό. Κάλυψα τους τείχους του κρεβατιού με αυτό, γιατί σκέφτηκα ότι αν πεταγόταν γυαλί από το παράθυρο, δεν θα έβλαπτε το μωρό. Γονάτισα για να αλλάξω την κόρη μου, γιατί δεν μπορούσα να σκύψω πάνω της. Κάποια στιγμή, μια χαρτοπετσέτα έπεσε από τα χέρια μου. Και καθώς έσκυψα να την πάρω, ένα παράθυρο πέταξε πάνω από το κεφάλι μου. Το παράθυρο, το ταβάνι του τρίτου ορόφου, ο τοίχος – αυτά ακριβώς θυμάμαι. Και το μόνο που κατάφερα ήταν να αρπάξω το μωρό και να το σκεπάσω με το σώμα μου.

Στη συνέχεια, σηκώθηκα στα πόδια μου. Η έξοδος από τον θάλαμο ήταν αποκλεισμένη. Άρχισα να σπάω την πόρτα για να βγω με κάποιο τρόπο. Ο διάδρομος καταστράφηκε ολοσχερώς. Κορίτσια έτρεχαν έξω από όλες τις πλευρές, με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με αίμα. Τα συντρίμμια από τα παράθυρα πιθανότατα έπεσαν κατευθείαν στα πρόσωπά τους. Όλοι κρατούσαν παιδιά στην αγκαλιά τους. Βγήκα βιαστικά στο διάδρομο και άρχισα να φωνάζω στους γιατρούς: “Σώστε το μωρό μου! Επειδή είχα κάνει καισαρική, δεν μπορούσα να ξεδιπλωθώ. Έτσι, μισοσκυμμένη, κουβαλούσα το μωρό μαζί μου στο υπόγειο για να κρυφτώ. Ανακαλύφθηκε, ότι ένας μέρος του υπόγειου είχε επίσης καταστραφεί.

Την ώρα του βομβαρδισμού εκεί βρισκόταν πρόσφυγες από διάφορα μέρη της πόλης. Ερχόντουσαν σε αυτό το νοσοκομείο, καθώς ο επικεφαλής του μαιευτηρίου τους δεχόταν όλους, δεν μπορούσε να αρνηθεί σε κανέναν. Λίγα λεπτά αργότερα εμφανίστηκαν στρατιώτες, μπήκαν στο υπόγειό μας και άρχισαν να οδηγήσουν γυναίκες με παιδιά και εγκύους έξω. Βγήκαμε και είδαμε ότι η αυλή του νοσοκομείου είχε εξαφανιστεί. Τα πάντα είχαν καεί, αυτοκίνητα καίγονταν παντού.

Όταν βγήκα τρέχοντας από το μαιευτήριο, ένας από τους στρατιώτες με βοήθησε να μεταφέρω το μωρό στο αυτοκίνητο της αστυνομίας. Έκλαιγε, είχε δάκρυα στα μάτια του. Επαναλάμβανε συνεχώς: “Πώς είναι δυνατόν, αυτό είναι μαιευτήριο, αυτά είναι μωρά”. Ζήτησα να με πάνε σπίτι. Οι γονείς μου έτρεξαν να με συναντήσουν. Έπαθαν σοκ και μου πήραν αμέσως το μωρό. Ευτυχώς, δεν είχε ούτε μια γρατζουνιά πάνω της. Τα πόδια μου είχαν πληγωθεί από τα συντρίμμια. Το νεογέννητο μωρό και εγώ κατεβήκαμε ξανά στο υπόγειο γιατί οι βομβαρδισμοί συνεχίζονταν. Αν και δεν ήταν στην περιοχή μας, τους άκουγα. Πέρασα όλες τις επόμενες ημέρες, από τις 9 έως τις 14, με το παιδί μου εκεί, γιατί φοβόμουν όλους τους ήχους: από τις εκρήξεις και των πολυβόλων. Όταν οι γείτονές μας έμαθαν ότι είχα κάνει καισαρική τομή, μου έφεραν αντιβιοτικά. Υπήρχαν τρία χάπια. Περιποιήθηκα επίσης το ράμμα μου με Betadine και αυτό ήταν όλο. Δεν είχα τίποτα άλλο, κανένα άλλο μέσο για να φροντίσω τον εαυτό μου μετά την εγχείρηση. Το μωράκι μου την βγάλαμε από το υπόγειο που και που στη θερμαινόμενη σάουνα για 5-10 λεπτά και στη συνέχεια την κατεβάσαμε ξανά στο υπόγειο. Το κτίριο δεν θερμαινόταν.

Δεν γνωρίζω τίποτα για τα κορίτσια με τα οποία ήμουν μαζί, επειδή το τηλέφωνό μου και όλα τα έγγραφά μου είχαν μείνει στο μαιευτήριο. Έτσι, είτε κάηκαν είτε βρίσκονται κάπου κάτω από τα χαλάσματα. Διαβατήριο, άδεια οδήγησης αυτοκινήτου, άδεια κυκλοφορίας, πιστοποιητικό γάμου, δαχτυλίδι. Το έβγαλα πριν μπω στο χειρουργείο επειδή τα δάχτυλά μου ήταν πρησμένα. Τα χρήματα ήταν στην τσάντα μου. Όταν ατιμαζόμουν να πάω στο μαιευτήριο, ήλπιζα ότι θα κανονίσουν «πράσινο διάδρομο», οπότε μάζεψα τα απαραίτητα ώστε αν συνέβαινε κάτι να μπορούσα να φύγω αμέσως. Αλλά δεν έκαναν έναν «πράσινο διάδρομο».

Τις ήμερες όταν γεννούσα δεν υπήρχε ούτε επικοινωνία ούτε ιντερνέτ στην πόλη. Οι γιατροί στη Μαριούπολη κατέγραψαν τα στοιχεία της γέννησής μου μόνο σε ένα χάρτινο ημερολόγιο. Δεν με καταχώρησαν στη βάση δεδομένων. Και τώρα, για να αποδείξω ότι αυτό είναι το παιδί μου, πρέπει να κάνω ένα τεστ DNA, γιατί αν τυχών πήρα το παιδί κάποιου άλλου εκεί κάτω από τον βομβαρδισμό του μαιευτηρίου. Γνωρίζω πολύ καλά όλα αυτά, ότι νομικά όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι στη ζωή μου. Αλλά στην πραγματικότητα κρατάω το μωρό μου στην αγκαλιά και δεν καταλαβαίνω με ποιο τρόπο μπορώ να πάρω οποιοδήποτε έγγραφο για να αποδείξω ότι είναι δικό μου.

Στις 14ης, ένας γείτονας είπε στον πατέρα ότι το σημείο ελέγχου στην πλευρά του Μελεκίνο είχε καταργηθεί. Οι άνθρωποι επιβεβαίωσαν: “Ναι, σήμερα βγήκαν πολλά αυτοκίνητα”. Ο πατέρας γύρισε σπίτι και είπε: “Ας αποφασίσουμε αν θα φύγουμε ή όχι”. Συνειδητοποιήσαμε: αυτή είναι η ευκαιρία μας. Η μόνη και τελευταία ευκαιρία. Μπορεί να μη υπάρχει άλλη. Μαζευτήκαμε σε περίπου πέντε λεπτά. Ήμουν στη θέση του οδηγού, καθώς στην οικογένεια μόνο εγώ ξέρω να οδηγώ. Υπήρχαν κάποιες μη εκραγείσες νάρκες στο δρόμο. Φτάσαμε στο σημείο ελέγχου, όπου υπήρχαν δύο καταραμένα θωρακισμένα οχήματα. Ο δρόμος μπροστά ήταν γεμάτος με νάρκες. Κάναμε γύρο του και προσευχόμασταν σε όλη τη διαδρομή. Φοβόμασταν να μη υπάρχει αεροπλάνο και βομβαρδισμό.

Στο Μελέκινο υπάρχει μια πανσιόν που ονομάζεται “Troianda” («Τριαντάφυλλο»). Εκεί μας υποδέχτηκαν καλοί άνθρωποι. Μας έδωσαν ένα δωμάτιο, το ζέσταναν για το μωρό, μας τάισαν, μας έδωσαν νερό. Αμέσως αρχίσαμε να τηλεφωνούμε στους συγγενείς μας που ζούσαν εκτός Μαριούπολης για να τους ενημερώσουμε ότι είμαστε ζωντανοί και καλά. Μείναμε στο Μελέκινο για ένα βράδυ, και μετά ξεκινήσαμε και πάλι για το δρόμο. Πρώτα ήταν το Μπερντιάνσκ, όπου είχαμε κολλήσει για τέσσερις ημέρες επειδή ψάχναμε για καύσιμα. Μόνο όταν το βρήκαμε συνεχίσαμε: μέσω της Ζαπορίζιε έως ένα χωριό στην περιοχή Τερνοπίλ, όπου μας περίμεναν συγγενείς. Η κόρη της μητριάς μου, η οποία είχε διαφύγει με την οικογένειά της από την Ντρουζκίβκα, εκκενώθηκε επίσης εκεί. Έτσι, μας παρείχαν στέγη – ένα ολόκληρο σπίτι. Και επίσης φαγητό και τα πάντα για τα παιδιά.

Από τη μία πλευρά, είμαι ήρεμη τώρα επειδή το μωρό μου είναι ασφαλές. Κοιμάται κανονικά για δεύτερη μέρα. Για πρώτη φορά, μετά από δεκαπέντε ημέρες στη ζωή της, έκανε μπάνιο. Και αυτό με κάνει να αισθάνομαι καλά. Συνειδητοποιώ ότι μπορώ να δώσω στο μωρό μου μια μικρή ηρεμία. Αλλά από την άλλη πλευρά, εξακολουθώ να φοβάμαι. Δεν πιστεύω ότι θα τελειώσει ποτέ.

Αισθάνομαι μίσος στον ρωσικό στρατό. Επειδή πήρανε το σπίτι μου. Μου στέρησαν την πόλη μου. Το παιδί μου στερήθηκε από φυσιολογικά παιδικά χρόνια. Δεν ξέρω πού να επιστρέψω με την οικογένειά μου τώρα. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορούσαν να το κάνουν. Μου φαίνεται ότι ακόμη και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν καταστράφηκαν πόλεις όπως καταστράφηκαν την Μαριούπολη. Τώρα η πόλη είναι κατά 85% κατεστραμμένο. Δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα εκεί. Το μόνο πράγμα που έχει επιβιώσει είναι μερικές συνοικίες, αλλά νομίζω ότι δεν θα παραμείνουν για πολύ.

Στη Μαριούπολη πλέον υπάρχουν κυρίως κάτοικοι της ηλικίας των γονέων μου, 50+. Δεν φεύγουν επειδή φοβούνται τους πλιατσικολόγους. Λένε: «Ζήσαμε όλη μας τη ζωή, τα καταφέραμε καλά, και τώρα που θα αφήσουμε τα διαμερίσματά μας, για παράδειγμα, θα έρθουν πλιατσικολόγοι. Και μετά, αν όλα αυτά τελειώσουν, θα επιστρέψουμε στα άδεια διαμερίσματα;» Κανείς δεν ήξερε ότι αυτό θα συνέβαινε και κανείς δεν αγόρασε ένα σπίτι κάπου στη δυτική Ουκρανία για παν ενδεχόμενο. Και τόσοι πολλοί παρέμεναν εκεί και τα βιώνουν όλο αυτό: την έλλειψη φαρμάκων, την έλλειψη τροφής και νερού. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν άλλο σπίτι. Ούτε έχουν άλλη ζωή. Έτσι, αρπάζουν τα τελευταία εκατοστά ελπίδας.

Όταν μιλήσαμε, στις 23 Μαρτίου, η Όλια ήδη βρισκόταν στην περιοχή Τερνοπίλ με την οικογένειά της.

Συντελεστές

Ο συγγραφέας του έργου:

Μπογκντάν Λογκβινένκο

Συγγραφέας,

Ηχολήπτης:

Κάτια Πολιβτσακ

Συγγραφέας:

Ξένια Τσυκουνοβα

Δημοσιογράφος,

Συντάκτρια:

Χριστίνα Κουλακόβσκα

Σχεδιαστής γραφικών:

Μαριάνα Μυκυτιούκ

Μεταγραφή:

Ρόμαν Αζνιούκ

Ταράς Μπερεζνιουκ

Μεταγραφή:

Γιούλια Κουπριγιάντσικ

Όλγα Σελένκο

Αμίνα Λίκαρ

Όλια Στουλιι

Μαρία Πετρένκο

Άννα Γεμελιάνοβα

Μεταφράστρια:

Άννα Μανιάτη

Διαχειριστής περιεχομένου:

Κατερίνα Σεπκόβσκα