Ακούστε τη φωνή της Μαριούπολης. Ολεξάντρ.

Share this...
Facebook
Twitter

«Ακούστε τη φωνή της Μαριούπολης» είναι μια σειρά από ιστορίες ανθρώπων που κατάφεραν να φύγουν από την πολιορκημένη Μαριούπολη. Συνεχίζουμε τη σειρά των συνεντεύξεών μας με τον Oleksandr (Ολεξάντρ), ο οποίος εργαζόταν στη χειρουργική μονάδα του περιφερειακού νοσοκομείου της Μαριούπολης, σώζοντας τις ζωές των κατοίκων της Μαριούπολης, καθώς και των Ουκρανών στρατιωτών που τραυματίστηκαν από τους βομβαρδισμούς της πόλης από τους ρώσους κατακτητές.

Ο Oleksandr εργαζόταν ως αναισθησιολόγος για πάνω από έντεκα χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ο άντρας ζούσε στη Μαριούπολη, όπου και γεννήθηκε. Εκεί είχε ένα σπίτι, μια οικογένεια, μια αγαπημένη δουλειά και σχεδίαζε να περάσει όλη του τη ζωή εκεί. Μετά την εισβολή του ρωσικού στρατού, πήγε στο νοσοκομείο για να κάνει τη βάρδια του, και χρειάστηκε να εργαστεί στο χειρουργείο ασταμάτητα γύρω στις δύο εβδομάδες, μέρα-νύχτα αδιάκοπα. Μεταξύ των τραυματιών, ο Oleksandr περίθαλπε επίσης εγκύους γυναίκες που τραυματίστηκαν από τους βομβαρδισμούς που εξαπέλυαν οι ρώσοι στο κτίριο του μαιευτηρίου της Μαριούπολης στις 9 Μαρτίου.

— Στις 24 Φεβρουαρίου ήμουν με τον φίλο μου στο Μπουκοβέλ (μια περιοχή στη Δυτική Ουκρανία). Μόλις μάθαμε τις ειδήσεις, αποφασίσαμε αμέσως να επιστρέψουμε στη Μαριούπολη, γιατί εκεί είναι η δουλειά μας, το νοσοκομείο και οι συγγενείς. Στις 25 του μηνός, το απόγευμα της επομένης δηλαδή, ήμασταν ήδη στο σπίτι. Την επόμενη μέρα πήγα στο νοσοκομείο, όπου παρέμενα 24 ώρες το 24ωρο μέχρι τις 15 Μαρτίου.

Σε γενικές γραμμές, η δουλειά πήγαινε σε λογικούς ρυθμούς, εκτός εάν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι εισερχόταν μεγάλος αριθμός τραυματιών (πολιτών και στρατιωτών) στο νοσοκομείο μας. Με το ρεύμα δεν είχαμε πρόβλημα, γιατί τα νοσοκομεία έχουν συνήθως γεννήτριες ντίζελ. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο λειτουργούσε όλος ο εξοπλισμός στο χειρουργείο. Το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε στην αρχή ήταν ίσως οι καιρικές συνθήκες. Τα περισσότερα παράθυρα ήταν κατεστραμμένα και τα καλύψαμε με μεμβράνη και χαρτόνι. Οπότε έκανε πολύ κρύο και δεν υπήρχε θέρμανση στο νοσοκομείο. Στις 2 Μαρτίου, όταν χάθηκε η επικοινωνία, τα πράγματα έγιναν πολύ άσχημα. Εκτός από το γεγονός ότι δεν υπήρχε δυνατότητα να επικοινωνήσουμε με τις οικογένειές μας για να μάθουμε αν ήταν καλά, προέκυψαν θέματα με ασθενοφόρα. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να τους καλέσουν, οπότε τα πληρώματα ασθενοφόρων χώρισαν την πόλη σε περιοχές και περιπολούσαν αναζητώντας όσους είχαν τραυματιστεί ή χρειάζονταν μεταφορά σε νοσοκομεία.

Όσο ήμουν σε βάρδια, δεν είχα σχεδόν καμία επικοινωνία με τη σύζυγο και το παιδί μου. Κάθε τρεις ή τέσσερις ημέρες, όταν οι βομβαρδισμοί σταματούσαν, μπορούσα και πήγαινα στο σπίτι μου. Ήταν περίπου ένα ή δύο χιλιόμετρα από το νοσοκομείο. Ερχόμουν, έδινα ένα φιλί και επέστρεφα.

Από τα κατεδαφισμένα κτίρια έρχονταν συνεχώς άνθρωποι σε εμάς για να κρυφτούν από τους πυροβολισμούς και τους βομβαρδισμούς. Νερό και τρόφιμα που έφερναν οι εθελοντές τις πρώτες μέρες του πολέμου επίσης ήταν στη διάθεση όσων έρχονταν για να σωθούν. Στην αρχή δεν υπήρχαν πολλοί άνθρωποι, ίσως γύρω στους 50-60. Αργότερα όμως οι βομβαρδισμοί στην πόλη πολλαπλασιάστηκαν, ο αριθμός των σπιτιών που κατεδαφίζονταν αυξανόταν καθημερινά, και κατά συνέπεια υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι.

Κάθε μέρα χειρουργούσαμε τουλάχιστον 20 τραυματίες. Υπήρχαν επίσης ημέρες, κατά τις οποίες ο αριθμός των χειρουργείων έφτανε 30. Όμως δεν ήταν όλοι τους τραυματίες, αλλά μόνο όσοι χρειάστηκαν χειρουργική επέμβαση με αναισθησία. Πολλοί άνθρωποι λάμβαναν βοήθεια στο τμήμα επειγόντων περιστατικών και σε μικρές χειρουργικές αίθουσες χωρίς αναισθησιολόγους.

Όλο αυτό το διάστημα στο νοσοκομείο εργάζονταν χειρουργοί, τραυματολόγοι, γυναικολόγοι, ουρολόγοι, ακτινολόγοι και μικροβιολόγοι. Κατά την εκτίμησή μου, υπήρχαν περίπου 70-80 άτομα ιατρικού προσωπικού, ίσως και περισσότεροι. Όλοι καταλαβαίναμε ότι τώρα έχουμε πόλεμο και πρέπει να βοηθάμε τους ανθρώπους. Δεν υπήρχε άλλη αποστολή για εμάς. Όλοι συνειδητοποιούσαμε ότι αν δεν το κάναμε εμείς αυτό, κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να τους βοηθήσει.

Το πιο σοκαριστικό γεγονός συνέβη όταν βομβαρδίστηκε το μαιευτήριο. Εκείνη την ημέρα μας έφεραν αρκετές τραυματισμένες εγκύους γυναίκες. Ανάμεσά τους ήταν και εκείνη η γυναίκα, η φωτογραφία της οποίας έγινε viral σε όλα τα μέσα ενημέρωσης. Δυστυχώς δεν το κατάφερε και πέθανε μαζί με το παιδί της. Προσπαθήσαμε να τη βοηθήσουμε με κάθε δυνατό τρόπο, αλλά ήταν αδύνατο. Η λεκάνη της είχε καταστραφεί εντελώς, το κάτω άκρο της είχε κοπεί και είχε βαθύ τραύμα στην κάτω κοιλιακή χώρα. Της χορήγησα αναισθητικό και οι χειρουργοί εκτέλεσαν την καισαρική τομή. Το πρωτόκολλο έλεγε ότι πρώτα έπρεπε να το κάνουμε αυτό και να προσπαθήσουμε να βγάλουμε το μωρό έξω, αλλά μετά την τομή, είδαμε ότι το μωρό ήταν ήδη χωρίς σημεία ζωής. Από τη στιγμή που η γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο μέχρι να δηλωθεί ο θάνατός της, πρέπει να πέρασαν δύο ή τρεις ώρες το πολύ. Δυστυχώς, δεν ξέρω το όνομά της. Η κατάσταση της ήταν πολύ σοβαρή. Δεν μπορούσε να πει το όνομά της και δεν υπήρχε κανείς στο πλευρό της, ούτε γονείς, ούτε κάποιοι γνωστοί της. Έτσι έφυγε από τη ζωή της, χωρίς καταγραφή: μια άγνωστη γυναίκα, ετών 35.

Υπήρχε μια άλλη ιστορία. Μια γυναίκα γύρω στα 70. Χτυπήθηκε από πυροβολισμούς στην περιοχή Τσεριόμουσκι. Το κάτω άκρο της είχε τραυματιστεί. Είχε συρθεί μερικά χιλιόμετρα για να βρει κάποια σπίτι, μέσα στο κρύο. Εκεί την παρέλαβαν στη μέση της νύχτας οι Ουκρανοί στρατιώτες και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο μας. Ήταν βρεγμένη και κρυωμένη. Το τραυματισμένο άκρο της δεν καταφέραμε να το σώσουμε και για αυτό ακρωτηριάστηκε. Η γυναίκα είναι καλά, επέζησε. Αλλά έχασε το σπίτι της και το πόδι της.

Στις 12 Μαρτίου, τα ρωσικά στρατεύματα εισέβαλαν στο νοσοκομείο μας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν στο χειρουργείο, κάναμε καισαρικές τομές. Κάποια στιγμή ήρθαν οι συνάδελφοί μας και είπαν ότι μόλις έφτασαν τα ρωσικά στρατεύματα. Μας είπαν ότι τους έστησαν όλους στον τοίχο και τους ανάγκασαν να γδυθούν για να ελέγξουν αν είχαν τατουάζ στα μπράτσα τους ή εάν είχαν μελανιές στους ώμους τους από τα όπλα. Από τότε, και μέχρι τις 15 Μαρτίου ήμουν, θα μπορούσαμε να πούμε, όμηρος. Κάθε μέρα ρωτούσαμε τους ρώσους στρατιώτες εάν μπορούμε να πάμε σπίτια μας. Και μας απαντούσαν πως «ναι, φυσικά, μπορείτε, αλλά δεν εγγυάται κανείς ότι δεν θα σας πυροβολήσουν στο δρόμο”.

Όλο αυτό το διάστημα βομβάρδιζαν συνεχώς τα κτίρια από διάφορα άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα, τα οποία έφεραν και τα τοποθέτησαν στην πίσω αυλή μας. Όταν ερωτήθηκαν για ποιο λόγο το έκαναν αυτό, απάντησαν ότι εκεί μπορεί να υπήρχαν οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις των Ουκρανών και με τον τρόπο αυτό τις εξουδετερώνουν. Απλώς καλύπτονταν από το νοσοκομείο, επειδή καταλάβαιναν ότι οι Ουκρανοί στρατιώτες δεν θα πυροβολούσαν τις νοσοκομειακές μονάδες. Ξεκινώντας από τις 13 του μήνα, έφερναν όλους τους ανθρώπους που έβρισκαν στα υπόγεια των κατεδαφισμένων κτιρίων στο νοσοκομείο. Εκατοντάδες άνθρωποι. Όλοι οι οχτώ όροφοι του νοσοκομείου μας ήταν γεμάτοι από αμάχους, μεταξύ των οποίων υπήρχαν πολλοί τραυματίες. Αυτοί οι άνθρωποι ρωτούσαν τους στρατιώτες: “Γιατί το κάνετε αυτό; Στο οποίο απαντούσαν με τα κλισέ τους: “Σας απελευθερώνουμε από τους Ναζί”.

Από όλους τους ρώσους στρατιώτες που βρίσκονταν στο νοσοκομείο μας (υπήρχαν περίπου 50-60 την ημέρα και το λιγότερο 200-300 τη νύχτα), εκτιμώ ότι το πολύ 10-15% ήταν κανονικός στρατός, οι υπόλοιποι ήταν ανεπάγγελτοι νεαροί ή γέροι. Είχαμε κάνει μια μικρή συζήτηση με ένα 19χρονο αγόρι. Ήταν από μια μικρή πόλη κοντά στο Ντόνετσκ. Μου διηγήθηκε ότι μια μέρα πήγαινε για ψωμί όταν εμφανίστηκε ένα στρατιωτικό περιπολικό μπροστά του. Τον πήραν μέσα, του φόρεσαν μια στολή, του έδωσαν ένα όπλο και του είπαν: “Για τη Μαριούπολη”. Του ανέθεσαν να φυλάει μια από τις στρατιωτικές μονάδες. Υπήρχε επίσης ένας μπάρμπας, από τις αποσχισθείσες περιοχές, κάπου κοντά στο Ντόνετσκ. Υδραυλικός. Η ιστορία ήταν η ίδια: τον έβαλαν σε ένα αυτοκίνητο, του έδωσαν στολή, στρατιωτικό εξοπλισμό και τον έστειλαν στην πρώτη γραμμή του μετώπου.

Νωρίς το πρωί της 15ης Μαρτίου εξέταζα και παρακολουθούσα τα παιδιά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο μας. Εκείνη τη στιγμή εμείς και οι άλλοι γιατροί πήραμε την απόφαση ότι πρέπει να δραπετεύσουμε με κάποιον τρόπο. Ενώ τις πρώτες ημέρες, όπως είπα, κάναμε 20-30 επεμβάσεις την ημέρα, τις τελευταίες ημέρες, από τις 12 του μηνός, κάναμε 3-5 (το πολύ 7) επεμβάσεις την ημέρα. Συνειδητοποιήσαμε λοιπόν ότι δεν υπήρχε ουσιαστικά κανένα νόημα για εμάς τους γιατρούς να παραμένουμε στο νοσοκομείο. Έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε με όποιον τρόπο γινόταν, παρά το γεγονός ότι οι Ρώσοι στρατιώτες μας απειλούσαν. Εκείνη την ημέρα, γύρω στις 11 ή 12 το πρωί, περιμέναμε ένα φορτηγό με νερό και τρόφιμα να φτάσει στο χώρο του νοσοκομείου. Εκείνη τη στιγμή πάντα επικρατούσε μια φασαρία, ένας πανικός: πολύς κόσμος ερχόταν για να πάρει νερό και τρόφιμα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή απλώς βγήκαμε από το νοσοκομείο και τρέξαμε στα σπίτια μας. Ήμασταν επτά. Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες. Οι πρώτοι που έφυγαν ήταν δύο γιατροί. Τους ακολούθησαν η μητέρα ενός από αυτούς, η οποία βρισκόταν επίσης στο νοσοκομείο, και ο αδελφός του γιατρού, ο οποίος ήταν εθελοντής και βοηθούσε όπου χρειαζόταν σωματική δύναμη. Μετά από περίπου 15-20 λεπτά έφυγε και η άλλη ομάδα: εγώ, ένας άλλος νευροχειρουργός και μια νοσοκόμα. Στη διαδρομή είδαμε πολλούς τάφους στις αυλές και καμένα τανκς με το γράμμα “Ζ” πάνω τους.

Το πρωί της 17ης Μαρτίου, πριν φύγω από τη Μαριούπολη, πήγα να επισκεφθώ τον πατέρα μου. Έμενε σε μια άλλη περιοχή της πόλης. Η αδελφή μου, ο σύζυγός της και το παιδί τους έμεναν μαζί του, καθώς και η γυναίκα που συζούσε με τον πατέρα μου. Καθ’ οδόν, οι Ρώσοι στρατιώτες πυροβόλησαν το αυτοκίνητό μου. Στο καπό του αυτοκινήτου έμειναν σημάδια από πυροβολισμούς. Πήγα στον πατέρα μου, αλλά δυστυχώς δεν τον βρήκα στο σπίτι. Ήταν στο νοσοκομείο τότε. Ήταν χρόνιος ασθενής και χρειαζόταν θεραπεία κάθε δεύτερη μέρα. Μια εβδομάδα μετά από αυτό ο πατέρας μου πέθανε, το νοσοκομείο δεν μπορούσε πια να κάνει την αιμοκάθαρση.

Κινήσαμε προς τη Ζαπορίζια. Υπήρχε μεγάλη ουρά αυτοκινήτων κατά την έξοδο από τη Μαριούπολη. Περιμέναμε εκεί καμιά ώρα περίπου. Οι ρώσοι στρατιώτες έλεγξαν τα διαβατήριά μας, τα έγγραφα του αυτοκινήτου μας, τις αποσκευές μας. Σχεδόν επιφανειακά θα έλεγα. Γιατί εκείνη τη στιγμή υπήρχαν πολλοί δημοσιογράφοι στο σημείο ελέγχου που τραβούσαν βίντεο. Οπότε τα πάντα γίνονταν με καθωσπρεπισμό. Υπήρχαν δημοσιογράφοι από πολλά διαφορετικά κανάλια. Υπήρχε ένας εκπρόσωπος της Deutsche Welle. Και υπήρχαν επίσης ρώσοι δημοσιογράφοι. Στο στήθος τους έγραφε “Press” και φορούσαν είτε ρωσικά διακριτικά είτε διακριτικά των αποσχισθεισών περιοχών.

Σε ένα από τα σημεία ελέγχου, οι στρατιώτες με ρώτησαν: “Τι έχετε;” και τους είπα: “Σαπούνι! Και είπαν, “Φέρ΄το!” Έτσι τους έδωσα σαπούνι και σαμπουάν που είχα και έφυγα. Δεν έλεγξαν το τηλέφωνό μου. Ήμουν τυχερός. Καθάρισα τα πάντα, φυσικά. Όλη τη συλλογή με φωτογραφίες, τα τσατ μου, τα πάντα. Κινούμασταν ένα κομβόι από τρία αυτοκίνητα, στο πρώτο ήμουν εγώ με την οικογένειά μου, στο δεύτερο ήταν ο συνάδελφός μου, νευροχειρουργός, με τη σύζυγό του, επίσης γιατρός, παθολόγος και τα παιδιά τους, και στο τρίτο αυτοκίνητο ήταν ο πατέρας της συζύγου του νευροχειρουργού. Ανησυχούσαμε πολύ ότι μπορούσαν να μας γυρίσουν πίσω από κάποιο σημείο, επειδή είμαστε γιατροί. Αλλά αποφασίσαμε να μην πούμε ψέματα, συμφωνήσαμε μεταξύ μας, αν μας ρωτήσουν ποιοι είμαστε, θα απαντήσουμε με ειλικρίνεια. Επειδή όλοι καταλαβαίναμε πού θα μπορούσε να μας οδηγήσει το ψέμα. Αν μάθαιναν την αλήθεια, θα είχαμε πολύ περισσότερα προβλήματα.

Η μητέρα μου ήταν γιατρός, παθολόγος, και ο πατέρας μου αναισθησιολόγος. Έτσι, από την παιδική μου ηλικία ήξερα ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος για μένα, μόνο η ιατρική. Έτσι, αποφοίτησα από το πανεπιστήμιο το 2009, ολοκλήρωσα τη διετή πρακτική άσκηση και από το 2011 είμαι πιστοποιημένος ιατρός αναισθησιολόγος. Οπότε ασκώ αυτό το επάγγελμα εδώ και 11 χρόνια. Όλο αυτό το διάστημα ζούσα και εργαζόμουν στη γενέτειρά μου, τη Μαριούπολη. Η σύζυγός μου και εγώ δεν σκεφτήκαμε ποτέ να μετακομίσουμε οπουδήποτε αλλού, επειδή αγαπούσαμε πολύ την πόλη μας. Εγώ, εκείνη και το παιδί μας γεννηθήκαμε εκεί. Όλη μας η ζωή ήταν στη Μαριούπολη.

Μετά από μια σύντομη στάση στη Ζαπορίζια, η οικογένεια του Oleksandr έφτασε στη Δυτική Ουκρανία, στην πόλη Lviv. Αλλά λόγω συνεχούς άγχους και φόβου από ασταμάτητους βομβαρδισμούς, αποφάσισαν να προχωρήσουν πιο μακριά. Πρώτα η οικογένειά τους έφτασε στην Πολωνία και στη συνέχεια στη Γερμανία. Ο Oleksandr δεν έχει καταταγεί στο στρατό, καθώς απαλλάχθηκε από την θητεία λόγω προβλημάτων υγείας με τη σπονδυλική του στήλη. Τώρα αυτός ο άντρας φυλάει την ηρεμία και την ησυχία της οικογένειάς του στο εξωτερικό.

Συντελεστές

Ο συγγραφέας του έργου:

Μπογκντάν Λογκβινένκο

Συγγραφέας:

Ξένια Τσυκουνοβα

Συγγραφέας,

Ηχολήπτης:

Κάτια Πολιβτσακ

Δημοσιογράφος,

Συντάκτρια:

Χριστίνα Κουλακόβσκα

Μεταγραφή:

Ρόμαν Αζνιούκ

Ολεξανδρ Κουχαρτσούκ

Μεταγραφή:

Γιούλια Κουπριγιάντσικ

Αναστασία Σέρικοβα

Σχεδιαστής γραφικών:

Μαριάνα Μυκυτιούκ

Μεταφράστρια:

Άννα Πάβλοβα

Διαχειριστής περιεχομένου:

Κατερίνα Σεπκόβσκα